Sourouklemes
| Gender | Male |
|---|---|
| Introduction | Σουρουκλεμές : άνθρωπος που γυρίζει από εδώ κι από εκεί, αχαΐρευτος. [τουρκ.sürüklenmek = σέρνω, σέρνομαι, κάνω άσχημη ζωή]. |
| Gender | Male |
|---|---|
| Introduction | Σουρουκλεμές : άνθρωπος που γυρίζει από εδώ κι από εκεί, αχαΐρευτος. [τουρκ.sürüklenmek = σέρνω, σέρνομαι, κάνω άσχημη ζωή]. |